21.12.13

Ναπολέων Λαπαθιώτης...


"Στην Απεραντοσύνη του Θανάτου"

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου του 1888 στην Αθήνα. 'Ηταν μοναχοπαίδι. Ο πατέρας του ήταν έντονα πολιτικοποιημένος και συμμετείχε ενεργά στις αντιτρικουπικές διαδηλώσεις της εποχής. Το 1896 η οικογένεια μετακομίζει στο Ναύπλιο (εξ' αιτίας της μεταθέσεως του πατέρα του ποιητή, ο οποίος ήταν αξιωματικός του πυροβολικού).
Ο Ναπολέων διδασκόταν τα μαθήματα του δημοτικού στο σπίτι. Το 1897 κηρύσσεται ο ελληνοτουρκικός πόλεμος και ο πατέρας του φεύγει για το μέτωπο στην Ήπειρο. Ο Ναπολέων με την μητέρα του γυρνούν ξανά στην Αθήνα. Την εποχή αυτή ξεκινάει και τη συνεργασία του με το περιοδικό "Διάπλασις Των Παίδων". Το 1899 γράφεται στο "Εθνικό Λύκειο", όπου γνωρίζει τον Σπύρο Τρικούπη και συνδέεται φιλικά μαζί του για πολλά χρόνια Έχει αρχίσει ήδη να γράφει ποιήματα (κυρίως σε 15σύλλαβους) και εκδίδει και μία μικρή συνδρομητική εφημερίδα. Παράλληλα ξεκινά κι ένα μυθιστόρημα, που όμως έμεινε ανολοκλήρωτο ("Οι Περιπέτειες του Κονστάν Λαβρέτ"). 
Το 1901 τυπώνεται το θεατρικό του "Νέρων ο Τύρρανος" και αλλάζει σχολείο. Στο πιάνο έχει δασκάλα την Αθηνά Σερεμέτη στο σπίτι της οποίας γνωρίζει πολλούς διανοούμενους της εποχής. Το 1903 ο πατέρας του εκλέγεται βουλευτής Τυρνάβου. Το 1905 γράφεται στο Πανεπιστήμιο, στη Νομική Σχολή ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται και λογοτεχνικά μέσα από το περιοδικό "Νουμάς". Το 1907 μαζί με άλλους εκδίδει το περιοδικό "Ηγησώ",στις στήλες του οποίου δημοσιεύονται πολλά ποιήματά του. Το 1908 γνωρίζεται με τον Κ. Χρηστομάνο και τον 'Αγγελο Σικελιανό ενώ συνεχίζει να γράφει ποιήματα μονόπρακτα και πεζά. Δημοσιεύει ποιήματά του στο περιοδικό "Ελλάδα". 
Το 1909 τελειώνει το Πανεπιστήμιο και κατατάσσεται στο στρατό ενώ την ίδια χρονιά ο πατέρας του ορκίζεται υπουργός των Στρατιωτικών. Το 1911 ο πατέρας του φυλακίζεται από την κυβέρνηση Βενιζέλου. Το 1912 ξεσπούν οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Παρουσιάζεται και πάλι στρατιώτης. Το 1914 δημοσιεύει στο "Νουμά" το περίφημο ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ, το οποίο προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Το 1916 ο πατέρας του προσχωρεί στο κίνημα του Βενιζέλου. Τον μεγάλο πολιτικό γνωρίζει ο ποιητής την ίδια χρονιά. Δημοσιεύει το ποίημά του "Κραυγή" στον "Ριζοσπάστη". Ακολουθεί τον πατέρα του στην Αίγυπτο ως διερμηνέας με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Ένα χρόνο αργότερα γνωρίζει εκεί τον Καβάφη. 
Επιστρέφει στη Αθήνα όπου διατηρεί για τρία χρόνια τη θέση του διερμηνέα στην Επιτελική Υπηρεσία. Από αυτήν την εποχή ο τρόπος ζωής του αλλάζει. Κυκλοφορεί όλο και περισσότερο τη νύχτα ενώ τη μέρα κλείνεται στο σπίτι του (ήδη μένει σε ιδιόκτητο σπίτι στα Εξάρχεια). Το 1924 ασχολείται ιδιαιτέρως με την ποίηση και την προσωπικότητα του Κ. Π. Καβάφη. Τον ίδιο χρόνο ξεκινά και τη συνεργασία του με το περιοδικό "Μπουκέτο". Το 1925 εκδίδει την εφημερίδα "Καλλιτεχνική και Φιλολογική Ζωή", η οποία όμως σταμάτησε στο τρίτο τεύχος. Το 1927 ασπάζεται την κομμουνιστική ιδεολογία και αρχίζει να το δημοσιοποιεί. Με κείμενο του την Πρώτη Μαΐου του 1927 προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών ζητάει τη διαγραφή του από το θρησκευτικό ποίμνιο. Το 1930 αρχίζει τη συνεργασία του με τη "Νέα Εστία". Εξακολουθεί τις ιδιόρρυθμες νυχτερινές του εξόδους. Ένα χρόνο αργότερα επισκέπτεται τον Καβάφη που είναι άρρωστος. Το 1937 πεθαίνει η μητέρα του. Βυθίζεται στη θλίψη. Το 1939 τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή, ενώ αρχίζει να έχει έντονα οικονομικά προβλήματα. Το 1940, ο πόλεμος τον βρίσκει οικονομικά και ψυχικά εξαθλιωμένο. Είναι βυθισμένος στη φτώχεια και εξουθενωμένος από τη μακροχρόνια χρήση ναρκωτικών. Για να επιβιώσει αρχίζει να πουλά την πλούσια βιβλιοθήκη του και προσωπικά του αντικείμενα. Το 1943 ετοιμάζεται να εκδώσει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή και ενώ είχαν γίνει οι ετοιμασίες και είχε υπογραφεί το συμβόλαιο, την τελευταία στιγμή, η έκδοση ματαιώθηκε για άγνωστους λόγους. ΄Εχει αρχίσει να ανακοινώνει στους φίλους του την πρόθεσή του να αυτοκτονήσει. Αποκτά σύνδεσμο με τον αντάρτικο στρατό του Ε.ΛΑ.Σ. και καλεί μία ομάδα ελασσιτών στο σπίτι του, όπου τους παραδίδει τα όπλα του πατέρα του. 
Στις 7 Γενάρη του 1944 δίνει τέλος στη ζωή του με περίστροφο. Σύμφωνα με δική του επιθυμία, έμεινε άταφος περίπου τρεις ημέρες, για το φόβο της νεκροφάνειας. Τα έξοδα της κηδείας καλύφθηκαν από έρανο μεταξύ των φίλων του λογοτεχνών…
Ακολουθεί απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό κείμενο του Ν. Λαπαθιώτη: "Η Ζωή μου"
"…Μια φορά κι έναν καιρό ή καλύτερα τη νύχτα προς τα ξημερώματα της 31ης Οκτωβρίου του 1888, στην Αθήνα, σ' ένα σπίτι της πλατείας των Αγίων Θεοδώρων, είδε το φως ένα κατάξανθο παιδάκι. Η γέννα ήταν δύσκολη και τη μητέρα -μιαν από τις ομορφότερες γυναίκες του καιρού της- οι γιατροί την είχαν απελπίσει. Κι οι γιατροί που την είχαν απελπίσει ήταν οι πιο ονομαστοί της εποχής εκείνης… Να, όμως, που την πιο κρίσιμη βραδιά, μια γυναίκα ηλικιωμένη και γειτόνισσα, που έκανε χρέη νοσοκόμας, εκεί που αγρυπνούσε στο χαγιάτι, έξω από την κάμαρη της άρρωστης, καθώς την είχε πάρει ο ύπνος πάνω στην καρέκλα, είδε ν' ανεβαίνουν ξαφνικά τη σκάλα δυο ψηλοί άντρες, παράξενα ντυμένοι, με φορεσιές χρωματιστές, που έπεφταν ως τα πόδια, και που βαστούσαν, ο καθένας τους στο χέρι, κι από μια μικρούλα κασετίνα. Κι όπως εκείνη πετάχτηκε απ' τη θέση της και με δάκρυα στα μάτια τους φώναξε: -Που πάτε; Μέσα έχουμε την άρρωστη μητερούλα, την καημένη και θα μας πεθάνει… Εκείνοι χαμογέλασαν και κάνοντας της μιαν εκφραστική, καθησυχαστική χειρονομία, της είπαν με πολύ γλυκιά φωνή: -Γι' αυτήν κι εμείς ερχόμαστε! Ήρθαμε να την κάνουμε καλά! Έννοια σου κυρά μου και θα ζήσει! Κι η γυναίκα ξύπνησε και χάθηκαν… Κι αληθινά απ' την άλλη μέρα το πρωί, ο πυρετός άρχισε να πέφτει κι η άρρωστη να γίνεται καλύτερα. Και διαδόθηκε στη γειτονιά αμέσως το θαύμα των Αγίων Θεοδώρων…" 

(χωρίς τίτλο)

Το φέρετρό μου σανιδένιο
δε θα 'χει καμιάν ομορφιά'
θα το καρφώσουν μάνι-μάνι,
με τα κοινότερα καρφιά,

κι υστερα βίρα και στον ώμο
(λίγο μακρύ, λίγο φαρδύ)
θα πάρει σε δυο μέρες δρόμο
για το στερνό μου το τσαρδί...

Θα είναι ο Άγγελος, ο Χάρης,
ο Κλέων, ο Τάκης, η Λιλή,
ο Γιώργος ο Μυλωνογιάννης,
κι άλλοι πολλοί, πολλοί, πολλοί...
........
Και την επαύριο θ' αρχινίσουν
κάποιες γραμμές, εδώ κι εκεί,
- κι αμέσως θα με παραλάβουν
οι κριτικές κι οι κριτικοί:

"τεχνίτης", "μουσικός του στίχου",
"πολύ λεπτός αισθητικός",
- αυτά που γράφονται συνήθως
κι αυτά που γράφουν σχετικώς'

"τύπος ανώμαλος εκφύλου",
"γνωστή και συμπαθής μορφή"...
Μα εμέ για ό,τι θα μου γράψουν
δε θα μου καίγεται καρφί!

Γιατί από μένα, ό,τι θα μείνει
- κι εκεί που τώρα κατοικεί, -
δεν θ' ασχολείται με τους άλλους,
δε θα διαβάζει κριτική...
........
Ο φίλτατός μου Πέτρος Χάρης
με σφίξιμο χεριού γερό
θα λέει αράδα στους γνωστούς του:
- Τι φοβερό! Τι φοβερό!...

Και παρατώντας τις δουλειές του,
βιβλία και πολιτική,
τη "Νέα Εστία" και τις "Τέχνες",
θα μου σκαρώσει κριτική!

Μα και ο Βαγιάνος θα αρχίσει
σ' όλη, γραμμή, την Αττική,
μ' αστούς, μ' εργάτες, με χωριάτες,
καμπάνια λαπαθιωτική!

Και κυνηγώντας άρον-άρον
θα γράφει μέσα σε καρνέ,
ως και τις γνώμες των γαϊδάρων

της πολιτείας Αχαρναί!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου