23.10.26

Η Γραμματική του Κενού

 Η Γραμματική του Κενού

Κάτω από το φαιό χαρτί των παλιών ημερών υπάρχει μια γλώσσα που δεν προφέρεται,
φτιαγμένη από τη σιωπή των χαμένων αγγέλων και τα ανώνυμα άστρα του Γιουγκώθ.
Απόψε, δεν αναζητώ πια καταφύγιο σε σκουριασμένες πένες ούτε σε σμαραγδένιες ψευδαισθήσεις·
η μέθη μου είναι η ίδια η επίγνωση της πτώσης.
Αφήνω τους τυφλούς να περιφέρονται στις φωτεινές τους αγορές,
να μετρούν τον χρόνο με χρυσά στέμματα και να τρέμουν τη σκιά τους.
Εγώ έμαθα να διαβάζω τα απαγορευμένα χειρόγραφα της ίδιας μου της σάρκας,
εκεί όπου το κακό δεν είναι αμαρτία, αλλά η άλλη πλευρά της γνώσης.
Προχωρώ, κρατώντας την ευλογία της δικής μου αβύσσου.
Μιας αβύσσου που δεν ζητά πια να καταπιεί τον κόσμο,
αλλά να τον καθαρίσει από τα προσωπεία του.
Δεν είμαι ούτε ο θύτης ούτε το θύμα αυτού του αιώνα·
είμαι η απόκοσμη κραυγή που αρνείται να σβήσει πριν το ξημέρωμα.
Το ένστικτο, αυτός ο αρχέγονος σύντροφος των πληγών μου,
δεν χρειάζεται πια να ουρλιάξει για να αποδείξει την ύπαρξή του.
Υπάρχει στη γεωμετρία της σιωπής μου,
συνοδεύοντας κάθε βήμα προς έναν ορίζοντα που εγώ ορίζω.

Σταμάτησα να μετράω τις απώλειες.

Σταμάτησα να μετράω τις απώλειες.
Μια παράξενη, ψυχρή γαλήνη ντύνει τώρα το δέρμα μου,
καθώς αφήνω τις ξένες προσδοκίες να σβήσουν
μέσα στο δικό μου, βαθύ σκοτάδι.
Γύρω μου, οι άνθρωποι-προσωπεία ανακυκλώνουν την ίδια ψευδαίσθηση:
πως ο χρόνος τους χρωστάει την αιωνιότητα,
χαμένοι σε μια ρηχή, στείρα καθημερινότητα.
Τους προσπερνώ.
Η δική μου αλήθεια γράφεται χωρίς στολίδια,
με ένα βλέμμα που κοιτάζει κατάματα το κενό,
ελεύθερο από φαντάσματα και παλιούς θρήνους.
Το ένστικτο δεν λάθεψε ποτέ·
κυλάει ακόμα ζωντανό, καυτό, κάτω από την επιφάνεια.
Αυτό το άγριο, αδάμαστο κομμάτι που κρύβω μέσα μου
ξύπνησε ξανά, πιο καθαρό από ποτέ.
Δεν με πρόδωσε.
Δέχτηκε τη φθορά μου,
και βαδίζουμε μαζί προς την επόμενη, τελική αναμέτρηση.

18.10.26

Ψίθυροι από το Ψυχρό Κενό...

Ψίθυροι από το Ψυχρό Κενό...

Στο σκοτάδι του μυαλού μου η άβυσσος ανοίγει ξανά. Αφήνω τις λέξεις να βγουν από τα πιο βαθιά, απόκοσμα υπόγεια της ψυχής, εκεί που το φως δεν τόλμησε ποτέ να κοιτάξει.
...
Υπάρχουν ώρες που η σιωπή γύρω μου δεν είναι απλώς απουσία ήχου. Είναι μια μαύρη, παχύρρευστη μάζα που με πλακώνει στο στήθος, μια απόκοσμη παρουσία που ανασαίνει στον σβέρκο μου. Νιώθω τον χρόνο να σαπίζει, να λιώνει σαν σάρκα στους τοίχους αυτού του δωματίου. Απόψε, οι δαίμονες δεν ουρλιάζουν. Μου ψιθυρίζουν. Μου θυμίζουν το βάρος των σπασμένων μου φτερών, τη μυρωδιά του χώματος και της αιώνιας λήθης.
Πιάνω το σκουριασμένο σίδερο... την πένα που έγινε η αγχόνη μου.
Δεν στάζει μελάνι απόψε. Στάζει παγωμένο, νεκρό αίμα πάνω στο φαιό χαρτί. Κάθε χαραγματιά είναι ένας ακρωτηριασμός της λογικής. Γδέρνω το χαρτί, ξεριζώνω τις κρυμμένες φρίκες που φωλιάζουν στις πτυχές του μυαλού μου και τις σέρνω στο φως. Λέξεις-φαντάσματα, λέξεις γεμάτες λάσπη και κατράμι, που δεν γεννήθηκαν για να διαβαστούν, αλλά για να στοιχειώσουν.
Αδιαφορώ για τους ζωντανούς-νεκρούς αυτού του κόσμου. Τυφλοί περιφέρονται στις φωτεινές τους ψευδαισθήσεις. Αυτό το γραπτό ανήκει στις σκιές που παραμονεύουν στις γωνίες, στους περιπλανώμενους του απόλυτου σκότους, σε εκείνους που έμαθαν να αναπνέουν μέσα στην αποσύνθεση των ονείρων τους.
Ας παγώσει λοιπόν το σύμπαν... Κι ας αφήσουμε τούτη την απόκοσμη κραυγή να αντηχήσει στο κενό, μέχρι το τελευταίο αστέρι να σβήσει και το απόλυτο τίποτα να μας καταπιεί...



Η Γέννηση της Σκιάς...

 Η Γέννηση της Σκιάς...

Υπάρχουν νύχτες που το μέσα μου γίνεται μια άβυσσος τόσο βαθιά, που αν κοιτάξεις μέσα της, θα ακούσεις το ουρλιαχτό των δαιμόνων που κουβαλάω από εκείνη την πρώτη, την αιώνια πτώση. Λέξεις αμίλητες, πνιγμένες στο σκοτάδι της ψυχής, που ζητούν επίμονα να βρουν διέξοδο. Τότε είναι που πιάνω την παλιά, σκουριασμένη μου πένα... Κι εκείνη, σαν πιστός σύντροφος στην καταδίκη μου, αρχίζει να ξερνά το πηχτό, μαύρο της κατράμι πάνω στο φαιό χαρτί. Με κάθε στάλα μελανιού, νιώθω το βάρος να ελευθερώνεται. Κάθε γραμμή είναι μια πληγή που παίρνει σάρκα και οστά. Κάθε αποσιωπητικό, ένας αναστεναγμός που απλώνεται στο κενό... Δεν γράφω για να με καταλάβουν οι πολλοί. Οι ηλίθιοι αυτού του κόσμου βλέπουν μόνο μια τρελή, άσκοπη μελαγχολία. Μα οι ελάχιστοι, οι περιπλανώμενοι ονειρευτές αυτής της νύχτας, ξέρουν καλά... Αυτά τα γραπτά δεν είναι λέξεις. Είναι κομμάτια από τα σπλάχνα μου, πλασμένα με το αίμα ενός καταραμένου αγγέλου που βρήκε τη λύτρωσή του στην άκρη των δακτύλων του. Ας γεμίσουν λοιπόν τα ποτήρια με το σμαραγδένιο αψέντι... Κι ας αφήσουμε τις σκιές μας να χορέψουν πάνω στο λευκό, λασπωμένο χαρτί, μέχρι ο θάνατος να πεθάνει...