Magic, The Art Of Wise...

 photo TitleMagick-1.gif

24.10.14

Η τέχνη της συμβίωσης -Ένας Ινδιάνικος μύθος...



Η τέχνη της συμβίωσης -Ένας Ινδιάνικος μύθος...

Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.
“Αγαπιόμαστε” αρχίζει ο νέος.
“Και θα παντρευτούμε” λέει εκείνη.
“Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…”
“Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…”
“Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.”
“Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου”.
“Σε παρακαλούμε” ικετεύουν, “πες μας τί μπορούμε να κάνουμε…”
Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
“Υπάρχει κάτι …” λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. “Αλλά δεν ξέρω…είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.”
“Δεν μας πειράζει” λένε και οι δύο.
“Ό,τι και να’ ναι” επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.
“Ωραία” λέει ο μάγος. “Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;”
Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.
“Κι εσύ Άγριε Ταύρε” συνεχίζει ο μάγος, “πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο….Πηγαίνετε τώρα.”
Οι δυο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…
Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.
Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.
“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε….Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”
“Όχι” λέει ο γέρος.
“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.
“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες…Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα.”
Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.
Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.
“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.”

Χόρχε Μπουκάι “Ο δρόμος της συνάντησης”

26.9.14

Το μανιφέστο της καύλας...




Η καύλα είναι αγνή, καθολική και αναμάρτητος. Αγνή γιατί πηγάζει κατευθείαν από την ψυχή χωρίς να μπορούν να την τιθασεύσουν τα ανεριστικά φίλτρα του μυαλού. Καθολική γιατί την νιώθει κάθε ον σε αυτή τη γη. Αναμάρτητος γιατί δε λαθεύει ποτέ, δεν αμφισβητείται και δεν παρεξηγείται: την καύλα πολλοί την περνούν για έρωτα, τον έρωτα δεν τον περνά για καύλα κανείς.
Η καύλα είναι πανταχού παρούσα: στροβιλίζει το μυαλό σου και χορεύει με τα σώψυχά σου. Σε κάνει να περπατάς, να ονειρεύεσαι, να σκέφτεσαι και να δρας.
Η καύλα σε ωθεί να ζεις.
Η καύλα δεν είναι μόνο σεξουαλική· είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής. Η καύλα είναι ενθουσιασμός, μεράκι και δίψα για ζωή. Η καύλα είναι όρεξη, ελευθερία κι ευχαρίστηση.
Η καύλα είναι δύναμη.
Η καύλα είναι παρεξηγημένη. Έχει κατηγορηθεί ως φτηνή, ζωώδης και στιγμιαία. Της φόρεσαν ψεύτικες φορεσιές ρομαντικών ιδεών, την έκαψαν στην πυρά, προσπάθησαν να την τιθασεύσουν με μαστίγια, μετάνοιες και ηθικοκοινωνικούς φραγμούς.
Η καύλα, όμως, δεν είναι εξιδανικευμένη. Βρίσκεται στο εδώ και στο τώρα, χωρίς να αναλώνεται σε υποθέσεις, αναλύσεις και εμμονές. Η καύλα δε γουστάρει να κοιτάει πράγματα κι ανθρώπους με το τηλεσκόπιο, απεχθάνεται τα αδειανά πουκάμισα και τα τινάγματα των πεταλούδων.
Η καύλα δεν είναι φτηνή, γιατί είναι ειλικρινής, ωμή και ατόφια: σιχαίνεται τα ψέματα, το φόβο, τα πρέπει και τις κάθε είδους συμβάσεις. Δε γουστάρει βολέματα, πειθαρχίες και ωχαδερφισμούς. Κάνει πέρα τους δειλούς, τους άτολμους, τους βολεμένους και τους βουτυρομπεμπέδες.
Η καύλα δεν είναι στιγμιαία: η καύλα είναι αθάνατη. Πηγάζει απ’ τη ζωή και χορεύει με το θάνατο. Όσο η γη γυρίζει, θα υπάρχει καύλα, γιατί η γη γυρίζει από καύλα. Η καύλα δεν είναι η πεταλούδα που θα καεί απ’ τη φωτιά· η καύλα ανάβει τη φωτιά. Η καύλα δεν πεθαίνει· χάνεται μόνο όταν πάψει να υπάρχει θέληση.
Η καύλα δεν είναι μία έννοια πολυσύνθετη: απλώς υπάρχει.
Βρίσκεται στα χαμόγελα των ανθρώπων και πίσω από κάθε λαμπρή ιδέα. Βρίσκεται στα κορμιά των εραστών και στις εμπνεύσεις των συγγραφέων. Βρίσκεται στις λέξεις των ποιητών, στις μελωδίες των μουσικών και στο γέλιο των παιδιών. Βρίσκεται στα πινέλα των ζωγράφων, στα “εύρηκα” των εφευρετών και στα χέρια των χτιστών. Βρίσκεται στις ιαχές των πολεμιστών και στο διαλογισμό των μυστών. Βρίσκεται στα πέταλα των λουλουδιών και στο βόμβο των μελισσών, στις στάλες της βροχής, στον κεραυνό, τη βροντή, την ελπίδα και την απελπισία.
Είσαι εδώ λόγω της καύλας και λόγω της καύλας ζεις, υπάρχεις κι αναπνέεις.Κι αφού γεννήθηκες λόγω της καύλας, ζήσε και πέθανε με καύλα.
Περπάτησε με καύλα και όλος ο κόσμος θα γίνει δικός σου.
Χαμογέλασε με καύλα και δε μαλώσεις ποτέ.
Δούλεψε με καύλα και δε θα κουραστείς.
Γέλα με καύλα και θ’ αργήσεις να κλάψεις ξανά.
Κλάψε με καύλα και θα γελάσεις ξανά σύντομα.
Γάμα με καύλα και νιώσε.
Νιώσε με καύλα και ζήσε.
Ζήσε με καύλα και πέθανε ευτυχισμένος.

Τάδε έφη Έρις και αυτός είναι ο νόμος (ή και όχι).

23.9.14

15 αναμνήσεις από τα θρανία των 80's και των 90's...



Το πρώτο κουδούνι της χρονιάς χτυπά, τα χαρτάκια Panini κρύβονται βιαστικά στα τσεπάκια της σάκας Παξός, τα πρώτα βρεγμένα βαμβάκια τοποθετούνται στα άδεια κεσεδάκια γιαουρτιών και η αίθουσα μυρίζει κηρομπογιά ανακατεμένη με ξύσματα ξυλομπογιάς Faber Castell. Έτοιμοι για μια βουτιά στις σχολικές αίθουσες των 80s και των 90s;

Οι σχολικές μας τσάντες (που τις λέγαμε σάκες) ήταν μάρκας Παξός, κατασκευάζονταν στην Ελλάδα και τις διαφήμιζε ο Παύλος Κοντογιαννίδης με το μνημειώδες «Παξός και ξερός».
Στις άκρες των μολυβιών στερεώναμε άσχημους Ευχούληδες με μωβ μαλλιά (στα 90s) και μικρότερα, πιο απλά λαστιχένια ζωάκια-γόμες (πιο πριν).
Τα τετράδιά μας είχαν μια ομοιογένεια: Ήταν μπλε, με μία μόνο διακριτική ετικέτα που έγραφε πάνω «Διεθνές» και κάτω “SUPER”, έτσι με κεφαλαία. Τα αγαπημένα μας ήταν εκείνα με τις γραμμές στο κάτω μόνο μισό της σελίδας –το πάνω μισό ήταν κενό για ζωγραφιές.
Τα βιβλία μας τα ντύναμε είτε με διάφανο αυτοκόλλητο (όσοι είχαν μερακλήδες μπαμπάδες με υπομονή) είτε με αποσπώμενες ζελατίνες με σχεδιάκια –όσοι έπρεπε να το κάνουμε μόνοι μας.
Τα πολύχρωμα Stabilo ήταν το φετίχ όσων θεωρούσαν ότι είχαν μεγαλώσει πια πολύ για να χρησιμοποιούν Μαρκαδόρους Carioca και κηρομπογιές. Από εδώ και πέρα, μόνο θα υπογραμμίζω, δεν θα ζωγραφίζω στα βιβλία μου. Άλλο που το αποτέλεσμα – ουράνιο τόξο δεν απείχε και πολύ από κανονική ζωγραφική.
Τα βιβλία μας είχαν απαραιτήτως αυτοκόλλητες ετικέτες με ζωάκια/ πριγκίπισσες της Ντίσνεϊ/ Φίντο Ντίντο/ διάσημους ποδοσφαιριστές. Η φτηνή δικαιολογία για την ύπαρξή τους ήταν ότι τα βιβλία μας έπρεπε να γράφουν το όνομά μας «για να μην τα χάσουμε».
Για τις κασετίνες, θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες. Πάνινες, μεταλλικές, μεγάλες, μικρές, ήταν ο μοναδικός ίσως λόγος για τον οποίο χαιρόμασταν κάθε Σεπτέμβρη που πλησίαζαν οι μέρες να ανοίξουν τα σχολεία. Οι πιο δημοφιλείς ήταν οι «έτοιμες», που περιείχαν όλα τα απαραίτητα (μολύβια, γόμες, χάρακες και διάφορα πράγματα που δεν ήξερες σε τι χρησιμεύουν) καλά στερεωμένα στο εσωτερικό τους με λαστιχάκι. Έκαναν και πολύ ωραίο δωράκι, για τους φίλους που είχαν γιορτή Σεπτέμβριο-Οκτώβριο.
Όλοι για κάποιο μυστήριο λόγο πιστεύαμε ότι εκείνη η γόμα που ήταν από τη μια μεριά πορτοκαλί και από την άλλη μπλε, «έσβηνε και στυλό». Άσχετα που όσες φορές το είχαμε προσπαθήσει, το αποτέλεσμα ήταν είτε κάτι μπλε μουτζούρες είτε σκισμένο χαρτί, ή και τα δύο. Εμείς εξακολουθούσαμε να το πιστεύουμε.


Της Ηρώς Κουνάδη