Magic, The Art Of Wise...

 photo TitleMagick-1.gif

22.12.14

Ἄγγελος Σικελιανός (1884-1951) - Ὁ φλογερὸς βάρδος τοῦ μυθώδους καὶ τοῦ ἱστορικοῦ...



ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (1884 – 1951)
Ο Αλαφροΐσκιωτος της Ελληνικής Λογοτεχνίας
του Χρήστου Μερεντίτη
«Μάρτυράς μου να ’ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος.»
«Στ’ οσίου Λουκά το Μοναστήρι»
Αγγ. Σικελιανός
Θεωρούμενος από πολλούς και ως εθνικός ποιητής, ο Άγγελος Σικελιανός έχει τη δική του
ξεχωριστή παρουσία στα νεοελληνικά γράμματα. Γεννημένος στα 1844 στη Λευκάδα ήρθε,
όπως είναι εύλογο, από πολύ νωρίς σε επαφή με τη μοναδική φύση του λευκαδίτικου τοπίου
και της επτανησιακής ποιητικής δημιουργίας. Αλλά και σε επίπεδο λαϊκής δεισιδαιμονίας κάποιο
σημάδι κατέδειξε από πολύ νωρίς ότι το παιδί εκείνο ήταν προικισμένο και ξεχωριστό. Αυτό
το σημάδι βρισκόταν στην προσωπίδα (άμνιος χιτώνας) με την οποία ήταν σκεπασμένο το
πρόσωπό του κατά τη στιγμή του τοκετού. Αυτό ακριβώς το γεγονός το οποίο αναφέρεται
και στον «Αλαφροΐσκιωτο», θεωρήθηκε από τον ίδιο και τους οικείους του ως ένδειξη της
ξεχωριστής αποστολής την οποία προοριζόταν να επιτελέσει. Χαρακτηριστικά μάλιστα
αναφέρει στους στίχους 737–743: Το πρόσωπό μου εφύλαγεν / η προσωπίδα η διάφανη, / που η
μάνα, από την όψη του / αγάλι – αγάλι βγάνοντας / εχαμογέλα, αχνή, να με γνωρίσει…. / Δάκρυα της
ανάλαμπαν στα ματόκλαδα / Μάνα, ιερότερη απ’ τη φύση!
Παρόλο που ο Σικελιανός ως μαθητής δεν διακρίθηκε ιδιαίτερα στα μαθήματα, είχε
κατορθώσει να εξοικειωθεί με την ιταλική και τη γαλλική γλώσσα και αυτό του επέτρεπε να
προσεγγίσει από το πρωτότυπο τη λογοτεχνία των αντίστοιχων πολιτισμών. Σε αυτό συνέβαλε
ο πατέρας του ο οποίος ήταν καθηγητής αυτών των γλωσσών. Όπως είναι εύλογο, τα σχετικά
αναγνώσματα επηρέασαν καθοριστικά την ποιητική του δημιουργία.
Ολοκληρώνοντας τις εγκύκλιες σπουδές του στη Λευκάδα (το 1900) ήρθε το 1901 στην
Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει στη Νομική σχολή. Ωστόσο δεν ακολούθησε ποτέ αυτή την
επιστήμη. Από πολύ νωρίς η έμφυτη καλλιτεχνική του κλίση τον οδήγησε στο θέατρο και πιο
συγκεκριμένα στη «Νέα Σκηνή», του πρωτοποριακού σκηνοθέτη Κωνσταντίνου Χρηστομάνου.
Το υποκριτικό του ταλέντο ξεδιπλώθηκε σε έργα όπως: «Αγριόπαπια» και «Λοκαντιέρα» (1901),
«Άλκηστη» (1902) και η «Η τελευταία από όλες» (1903).
Ήταν όμως ολοφάνερο πως ο Άγγελος Σικελιανός επιθυμούσε να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά
στην ποιητική δημιουργία. Ήδη μάλιστα το 1902 δημοσίευσε στο περιοδικό «Διόνυσος» τα
πρωτόλεια ποιήματα του υπό τον τίτλο «Ballades I – III».
Ένα από τα ποιήματα του αυτή της περιόδου – δηλαδή πριν τη δημοσίευση
του «Αλαφροΐσκιωτου» το 1909 – είναι το ποίημα με τον τίτλο «Ars Minimi II». Σε αυτό το
ποίημα διακρίνουμε έντονα τα σημάδια του συμβολισμού και του παραδοσιακού τρόπου
σύνθεσης ενός ποιήματος. Ο ποιητής απευθύνεται σε ένα προσφιλές του πρόσωπο με έκδηλη
αποφασιστικότητα καλώντας το να κατορθώσουν το αδύνατο. Να φτάσουν στο μοιραίο,
προτού εκείνο τους φτάσει. Πιο συγκεκριμένα διαβάζουμε:
Μ’ ακούς; Θα πάρουμε άλογα
γοργότερα απ’ αγέρι
από τα δάση ανάμεσα,
στο τρέξιμο γοργά.
Κι αν θα μας πάει ολούθενε
κι ολούθε αν θα μας φέρει
να μη μας φτάνει η Μοίρα μας
που θα μας κυνηγά.
5
Με τα σπιρούνια αλύπητα
τα κάτασπρα πλευρά του
να τους χτυπάμε, αγάπη μου,
και ο δόμος ο γραφτός
που στη ζωή μας μέλλεται
10
Καίριας σημασίας για τη ζωή του στάθηκε η γνωριμία του με την Εύα Πάλμερ, αμερικανίδα
αφοσιωμένη στη διαχρονικότητα του ελληνικού πολιτισμού. Με την Εύα Πάλμερ γνωρίστηκε
τον Αύγουστο του 1906 και τη νυμφεύτηκε το Σεπτέμβριο το 1907 στο Μπαρ Χάρμπορ του
Μέιν στις ΗΠΑ. Ας δούμε όμως πως περιγράφει η ίδια η Εύα τη γνωριμία της με τον Άγγελο
σε επιστολή που έστειλε το Νοέμβριο του 1951 στον Τάκη Δημόπουλο: «Τον πρωτοείδα σε
μια μεγάλη αυλή μακριά από την Αθήνα. Ο Άγγελος, έφθασε από το βαπόρι (σ.σ. ερχόμενος από τη
Λευκάδα, κατόπιν πρόσκλησης της αδελφής του Πηνελόπης) στον Κοπανά (σ.σ. σημερινός
Βύρωνας), πεζός. Στάθηκε στην αυλή, λεπτός, ξανθός, χλομός στον ήλιο του Αυγούστου. Έπειτα στη
μεγάλη κάμαρα ζήτησε νερό. Αυτό το βράδυ μίλησε πολλή ώρα και εγώ, και ετούτη είναι η περηφάνια
μου, (και ήταν πριν γράψει τον «Αλαφροΐσκιωτο») δε σάλεψα ποτέ από τη βεβαιότητα ότι άκουα
προφητικά λόγια, και για την Ελλάδα και για τον κόσμο ολόκληρο».
Η Εύα Πάλμερ (1874–1952) ήταν μια γυναίκα με πολύπλευρη και δυναμική προσωπικότητα,
που από την πρώτη στιγμή δέθηκε με τον Άγγελο Σικελιανό και γοητεύτηκε από τα πιστεύω
του. Έχοντας ταξιδέψει στην Ευρώπη είχε γνωρίσει τον Όσκαρ Ουάιλντ, τη Σάρα Μπερνάρ,
τον Τζέιμς Τζόις, τον Ωγκύστ Ροντέν, την Ισιδώρα Ντάνκαν και τον αδελφό της Ρέιμοντ, ο
οποίος μάλιστα ήταν νυμφευμένος με την αδελφή του Σικελιανού, Πηνελόπη. Αμέσως μετά
την πρώτη γνωριμία της με τον Άγγελο Σικελιανό, ο τελευταίος έφυγε για την Αίγυπτο, όπου
στη Λιβυκή έρημο συνέγραψε τον «Αλαφροΐσκιωτο». Η Εύα Πάλμερ εντυπωσιασμένη από
την γνωριμία της μαζί του και επιθυμώντας να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής της μαζί του πήγε
στους γονείς του Σικελιανού στη Λευκάδα και τους παρακάλεσε να την κρατήσουν κοντά
τους. Χαρακτηριστικά τους είπε ότι ανεξάρτητα από το χρόνο («είτε σε δέκα, είτε σε είκοσι
χρόνια») που θα χρειαστεί μέχρι να επιστρέψει ο Σικελιανός από την Αίγυπτο, εκείνη θα τον
περίμενε.
Ο Άγγελος Σικελιανός όμως επιστρέφει σύντομα και το 1909 σε σχετικά νεαρή ηλικία,
δημοσίευσε το κορυφαίο του έργο τον «Αλαφροΐσκιωτο» και τις «Ραψωδίες του Ιονίου». Ειδικά
για το πρώτο έργο η μελετήτρια του έργου του Ρίτσα Φράγκου παρατηρεί ότι: «Πρόκειται για
έναν παραληρηματικό ύμνο στην Φύση, έναν ύμνο στον Άνθρωπο, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο,
πρόκειται για την ελπίδα, για τη συνέχιση της αληθινής εσωτερικής ζωής. Η φύση του νησιού του, τα
πρόσωπα της οικογένειάς του, τα πρόσωπα των φίλων του ανάγονται σε σύμβολα διαχρονικά. Μέσα
από τους άξονες της αυτολατρείας, της φυσιολατρίας και της λατρείας του λαού ο ποιητής ψάχνει να
βρει τις πρώτες αρχές και την ταύτισή τους. Ο «Αλαφροΐσκιωτος» – τίτλος που εξόφθαλμα δανείστηκε ο
Σικελιανός από τον Σολωμό – είναι ο ίδιος ο ποιητής».
Όλο το ποίημα διακρίνεται για τη στιβαρή ποιητική του έκφραση και το γνήσιο λυρισμό.
Η επαφή του ποιητή με τη φύση δεν είναι συγκυριακή, αλλά προϊόν συνειδητής επιλογής.
Ενδεικτικοί είναι και οι εξής στίχοι: «…..και λάτρεψα / και στη λαχτάρα μου είπα : «Βάλε το αυτί
στα χώματα». Και φάνη μου πως η καρδιά της γης βαριά αντιχτυπά.» ή οι παρακάτω στίχοι: «Σαν
να πέρασα / το στερνό του Οδυσσέα ταξίδι, / όλα τ’ άφηκα πίσω μου / πως αφήνει ένα ντύμα το
φίδι». Είναι ολοφάνερη συνεπώς η επαφή του ποιητή με τα στοιχεία της ελληνικής φύσης
και της ελληνικής μυθολογίας και η μετάπλασή τους μέσα στο λυρικό του έργο. Ο ποιητής
δηλώνει με ενάργεια την αποφασιστικότητα του και τον ξεχωριστό ρόλο που προορίζεται
να επιτελέσει στο εξής απόσπασμα: «Ακούστε, ακούστε με! Αν ετρέμανε / στην κούνια τα
βυζασταρούδια, / εμένα με νανούριζαν των αντρειωμένων τα τραγούδια» [στίχοι 728–731], ενώ
λίγο παρακάτω διαβάζουμε: «Την κάθε δειλία ενίκησα / και στο πηχτό σκοτίδι / η δύναμή μου
εθέριεψε, / κι απ’ το ’να ως το άλλο φρύδι / ανακλαδίστη ως αστραψιά, / εξετιλύχθη ο λογισμός /
και λύγισε σα φίδι!» [στίχοι 771–777]. Είναι ολοφάνερο από τα παραπάνω αποσπάσματα, όχι
μόνο η τόλμη του ποιητή αλλά και η χρησιμοποίηση της δημοτικής, για την οποία, όπως θα
δούμε παρακάτω, επέμενε να χρησιμοποιηθεί στις Δελφικές εορτές.
2.
Την επόμενη χρονιά, το 1910 δημοσιεύει μια σειρά άρθρων για τον Gabriele de Annunzio, για
τον ποιητή Περικλή Γιαννόπουλο, καθώς και το ποίημά του «Δελφικός Ύμνος».
Τα δύο επόμενα χρόνια είναι χρόνια ταξιδιών. Το 1911 επισκέπτεται τη Γαλλία και την Ιταλία
και το 1912 βρίσκεται ξανά στη Γαλλία.
Αξίζει να αναφερθούμε στη γνωριμία του με έναν από τους διασημότερους Γάλλους γλύπτες
το Rodin. Ο Σικελιανός, όπως προαναφέρθηκε, βρέθηκε στο Παρίσι το 1912 και παρόλο που
αρχικά δεν το είχε επιδιώξει, τελικά ύστερα από κάποιο διάστημα γνωρίστηκε με τον Rodin.
Στο έργο του «Πεζός Λόγος» βρίσκουμε δημοσιευμένα κάποια άρθρα και μελετήματα του για
το διάσημο γλύπτη. Ενδεικτικά στο κείμενό του «Ομιλίες με τον Rodin» ο Άγγελος Σικελιανός
μας περιγράφει τη συνάντηση μαζί του ως εξής: «Ο ωραίος γέροντας (σ.σ. Ο Auguste Rodin
είχε γεννηθεί το 1840 και πέθανε το 1917), κομμένος σ’ ένα βράχο θέλησης σαν τα έργα του,
με δέχτηκε μ’ όλη του τη γλύκα και την προσοχή που βάνουν τα σοφά γεράματα σε ό,τι και μ’ ό,τι
κοινωνούν. Δεν επιμένω εδώ στο φυσικό του. Είναι γνωστό. Τον φωτίζει η ευγένεια του δημιουργού».
Είναι πασίδηλο λοιπόν πόσο πολύ ο Σικελιανός εντυπωσιάστηκε από η γνωριμία του με το
Γάλλο γλύπτη. Στη συνέχεια μάλιστα του κειμένου του μας δίνει και κάποιους διάλογους που
διημείφθησαν μεταξύ τους και κάποια σχόλια του Rodin για τη γλυπτική.
Την ίδια χρονιά, αφού μάλιστα επιστρατεύτηκε στους Βαλκανικούς πολέμους, έγραψε τα
ποιήματα «Δέηση», «Θεσσαλία», «Προσευχή για τα Γιάννενα» και «Μαβίλης». Είναι προφανές,
ακόμα και από τους τίτλους των ποιημάτων ότι ο εθνικός αγώνας για την απελευθέρωση της
Ελλάδας τον είχε συγκλονίσει και τον είχε εμπνεύσει. Ενδεικτικά στον ποίημα με τον τίτλο:
«Μαβίλη», διαβάζουμε:
Το μεγάλο κορμί σου ομπρός στα Γιάννενα
και ο λογισμός Σου, κορυφή των κρίνων
ας είναι αρχή ν’ ανοίξει διάπλατα
του οχτρού, για να μπει το άνθος των Ελλήνων.
κι ας σου κάμουν οι νιοί το νεκροκρέβατο
με των δαφνών κλαριά και με των σκίνων
να σε φέρου, ωραίε κι άσπιλε Ήρωα
σα λείψανο άγιο μπρος στην Άγια Πύλη
Του στρατού της Ηπείρου όλα ας σκύψουνε
να σου αγγίξουν το μέτωπο τα χείλη
Απλός στρατιώτης κ’ εγώ, σκύβω δίνοντας
τον ύστερο ασπασμό σ’ Εσέ Μαβίλη!
Ολόκληρο το ποίημα διαπνέεται από τον ενθουσιασμό για την αυτοθυσία των
Ελλήνων, και δη του Μαβίλη, κατά την υπεράσπιση των ελληνικών πληθυσμών. Ο Μαβίλης
λαμβάνει τη διάσταση ήρωα και η πράξη του λειτουργεί ως υπόδειγμα για όλους τους
Έλληνες. Είναι μάλιστα πολύ ενδεικτικό το γεγονός ότι ο Σικελιανός, όπως ο Αισχύλος πριν
από 2500 χρόνια, ονομάζει τον εαυτό του απλό στρατιώτη που επιθυμεί να δώσει τον
τελευταίο ασπασμό στο Λορέντζο Μαβίλη. Για την ιστορία ας υπενθυμίσουμε ότι ο ποιητής
Λορέντζος Μαβίλης ήταν ο τελευταίος εκπρόσωπος της Επτανησιακής σχολής και έπεσε κατά
τους Βαλκανικούς πολέμους στη μάχη του Δρίσκου το 1912, μαχόμενος μάλιστα σε ηλικία
πενήντα δύο χρονών!
Στο ποίημα «Γιάννενα» η προσδοκία της απελευθέρωσης των ελληνικών πληθυσμών,
προσλαμβάνει το χαρακτήρα παιδικού ονείρου που επιτέλους εκπληρώνεται.
Θλιφτό ξανάρθε τ’ όνειρο τ’ αθώο – το παιδιακίσιο
Νανούρισμα της μάνας μας στις κούνιες μας, τα βράδια:
«Κοιμήσου, το παιδάκι μου, κ’ εγώ θα σου χαρίσω
την Άρτα με τα Γιάννενα, τη Χιό με τα καράβια»
Στο χρονικό διάστημα 1915–1917 εκδίδει την, από τέσσερα μέρη αποτελούμενη, ποιητική
σύνθεση «Πρόλογος στη ζωή». Το κάθε μέρος τιτλοφορείται «Η συνείδηση: της γης μου, της φυλής
μου, της γυναίκας μου, της πίστης». Το 1917 εκδίδει το ποίημα «Μήτηρ Θεού», ενώ το 1918 εκδίδει
3.
5
10
το μακροσκελέστατο ποίημα – χωρισμένο σε επιμέρους ενότητες – με τον τίτλο το «Πάσχα
των Ελλήνων».
Στην ίδια περίοδο, δηλαδή από το 1909 έως τις πρώτες Δελφικές εορτές, βλέπουν το φως της
δημοσιότητας και κάποια άλλα ποιήματά του, όπως οι «Επίνικοι Α΄» (εμπνευσμένοι προφανώς
από τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους), η «Αφροδίτη Ουρανιάς», ο «Πάνας» και το
ποίημα «Στα κρύα νερά στους Πενταυλούς».
Στο ποίημα «Μνημόσυνο», που ανήκει στη συλλογή «Επίνικοι Α΄», ο Σικελιανός επανέρχεται
προτάσσοντας την ιδιότητα του στρατιώτη.
Ίσκιοι του Σαρανταπόρου, όπου βράχοι
από τον Όλυμπο ως την Αϊτοράχη
ξυπνάτε και σαλεύετε οι πεσμένοι
Δεχτήτε ω άγιο , στης νυχτός τα σκότη,
μνημόσυνο από ’νανε στρατιώτη
που δέεται με ψυχή γονατισμένη!
Αξίζει να σταθούμε στο ποίημα του «Ο χαιρετισμός», το οποίο ανήκει στην περίοδο 1909–1944.
Ολονυχτίς θα να σου σειώ, Καλέ μου το μαντήλι,
ώσπου να ιδώ στα πέλαγα τον ήλιο ν’ ανατείλει!
Ολονυχτίς θα τα βαστώ, τα μάτια μου ανοιγμένα
ως να διαβείς της πίκρας σου τον κάβο αναπαμένα
Καθώς αγγίζει αυγερινός, φλογ’ άφθαρτη, το κύμα,
Θα σου φωτά η αγρύπνια μου, του καραβιού την πρύμνα
Όσα είναι τ’ άστρα τ’ ουρανού σ’ αστροφεγγιά ανοιγμένα
χιλιάδες μάτια ακοίμητα θα ν’ αγρυπνάν με μένα
Βαριά ειν’ η πρύμνα που ποτέ δεν είχεν αποστάσει!
Μ’ από την πλώρα, στο μικρό βαθιά το εικονοστάσι
Η Μάνα Θεού, που στ’ άβαθνα σαν εχανόσουν σκότη
Σου φύσηξε απ’ το σπλάχνο της τη μυστική της νιότη.
Σε αυτό το ποίημα διακρίνουμε την προσπάθεια του Σικελιανού να αφομοιώσει δημιουργικά τα
στοιχεία της παραδοσιακής ποιητικής δημιουργίας αλλά και να τα μεταπλάσει σε μια εντελώς
προσωπική ποιητική έκφραση.
Για την πληρέστερη κατανόηση της προσωπικότητας και του έργου του Σικελιανού οφείλουμε
να σταθούμε όμως στη διοργάνωση το 1927 και το 1930 των Δελφικών εορτών. Η ιδέα
κυοφορούνταν, στο Σικελιανό, πολλά χρόνια πριν, την είχε μάλιστα εξομολογηθεί στην Εύα
από τις πρώτες συναντήσεις τους. Ο Σικελιανός επιδίωκε να καταστήσει κάθε έθνος ικανό
να βρει τα δικά του ξεχωριστά χαρακτηριστικά και να μπορέσει να φτάσει στην τελειότερη
καλλιτεχνική του μορφή. Μόνο έτσι θα μπορούσε να γίνει εφικτή, σύμφωνα με τις επιδιώξεις
του Σικελιανού, η ενσάρκωση του πνεύματος του θεού στον άνθρωπο. Κάθε έθνος, πίστευε
ο δημιουργός της Σίβυλλας, έχει το δικό του μέρος όπου μπορεί να διασαφηνίσει τη δική του
θεϊκή υπόσταση, υπερβαίνοντας τα δικά του φυλετικά σύνορα και διαφωτίζοντας τις άλλες
φυλές. Τέτοιες τοποθεσίες είναι το Brindaban στην Ινδία, η Ιερουσαλήμ, το Glastonbury
και για να έρθουμε στα καθ’ ημάς η Δωδώνη, η Ελευσίνα και οι Δελφοί. Σύμφωνα με τις
πεποιθήσεις του Σικελιανού, όλα αυτά τα μέρη συσχετίζονταν μεταξύ τους, ωστόσο η
ίδρυση του πρώτου πυρήνα θα πρέπει να γίνει στο χώρο όπου η ιστορία έχει διαλέξει για
να προωθήσει την πνευματική πρόοδο της ανθρωπότητας. Ιδεώδες μέρος για να γίνει αυτό,
ο Σικελιανός δεν έβλεπε, από τους Δελφούς, όπου στην αρχαιότητα υπήρχε το Ιερό των
Δελφών. Σύμφωνα λοιπόν με τα λόγια του: «Οι Δελφοί είναι το επιλεγμένο κέντρο όπου πρέπει να
χτιστεί ένας νέος ναός. Όχι κάποιος ναός με μαρμάρινους κίονες, αλλά ένας του οποίου αέτωμα θα είναι
4.
η εκπαίδευση, η οικονομία και η δικαιοσύνη για ολόκληρη τη γη». Συνεπώς ο Σικελιανός ήθελε να
ιδρύσει ένα παγκόσμιο πνευματικό κέντρο και θεωρούσε ότι οι Δελφοί ήταν ο ιδεώδης τόπος.
Για την πραγμάτωση αυτού του σχεδίου θα έπρεπε να συγκεντρωθούν οι πνευματικοί
άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο στους Δελφούς. Η ιδέα της πραγματοποίησης ενός συνεδρίου
απορρίφθηκε αμέσως διότι υπήρχε ο κίνδυνος να αναλωθούν όλοι σε σοφιστείες και
φλυαρίες. Άλλωστε συνέδρια γίνονταν κατά καιρούς πολλά. Ο Σικελιανός πίστευε ότι μόνο
η δραματική τέχνη μπορεί να ενώσει σε απόλυτη ισορροπία αυτούς που σκέπτονται πολύ
πλατιά και αυτούς που σκέπτονται περιορισμένα. Πιο συγκεκριμένα η τραγωδία θα ήταν
το καταλληλότερο μέσο για να επιτευχθεί το σκοπούμενον. Επειδή ακριβώς η τραγωδία
συνδυάζει την ποίηση, τη ζωγραφική, το θέατρο, τη μουσική, το χορό και την αρχιτεκτονική
θα ήταν το προσφορότερο μέσο για να αρθούν οι διαφορές μεταξύ των λαών και να βρεθούν
τα κοινά γνωρίσματα. Σύμφωνα λοιπόν με το δημιουργό του «Αλαφροΐσκιωτου»: «η τραγωδία
έχει το πολύτιμο πλεονέκτημα να είναι εντελώς απολιτική, εντελώς αδογμάτιστη, χωρίς μίγματα
κομματικών ή ταξικών προκαταλήψεων. Για αυτόν το λόγο το ιερό της Ελευσίνας πρόσταξε τον Αισχύλο
να γράψει τραγωδίες».
Έτσι το ζεύγος Σικελιανού, άρχισε τις απαραίτητες προετοιμασίες για την τέλεση των
Δελφικών εορτών. Προκειμένου να αντιληφθούμε την πρωταρχική υποδοχή που έτυχε η ιδέα
των Δελφικών εορτών, ας δώσουμε το λόγο στην Εύα Πάλμερ Σικελιανού. Σύμφωνα λοιπόν
με τη μαρτυρία της συντρόφου του Σικελιανού: «Καλέσαμε από την Αθήνα 100 περίπου μέλη της
πνευματικής και διαλεχτής κοινωνίας να ’ρθουν στους Δελφούς ν’ ακούσουν το σχέδιο για το Δελφικό
Πανεπιστήμιο και τις σχεδιαζόμενες γιορτές. Αυτός ο κόσμος μπορεί να χάρηκε το τοπίο και το ταξίδι
όσο όμως για την ανταπόκριση στην ιδέα που τους προτείναμε, θα μπορούσε εξίσου να είχαμε μιλήσει σε
ανδρείκελα. Από τότε κιόλας στην Αθήνα το Δελφικό σχέδιο ήταν ένας χλευασμός». Αυτά συνέβησαν
το 1924.
Σε μια απόπειρα να πείσει το 1927 τον τότε διευθυντή της γερμανικής αρχαιολογικής σχολής,
τον Buschor εκείνος της είπε ότι το θεωρούσε ιεροσυλία αν μολύνει κανείς ένα αρχαίο μνημείο
με μια άθλια σύγχρονη προσπάθεια παράστασης αρχαίου δράματος. Της είπε ακόμα ότι αφού
είναι αδύνατο να το κάνουν σωστά, δεν υπήρχε λόγος να μπαίνουν στον κόπο. Μετά όμως
την πρώτη δελφική εορτή ο ίδιος ο Buschor αναγνώρισε το επιτυχημένο της προσπάθειας
των Σικελιανών, λέγοντάς τους κατά λέξη τα εξής: «Λύσατε αρχαιολογικά προβλήματα με τα οποία
ασχολούμαστε ματαιοπονώντας εδώ και χρόνια. Πώς τα καταφέρατε;».
Μπορούμε λοιπόν να αντιληφθούμε την έκπληξη που δοκίμασε ο γερμανός επιστήμονας όταν
η Εύα Πάλμερ του απάντησε πως το έργο είχε πολλά αρχαιολογικά λάθη, αλλά αυτό δεν
τη απασχολούσε. Μέριμνα της ήταν το έργο να είναι συναισθηματικά αληθινό, βασισμένο
στις ικανότητες των ηθοποιών, του χορού και των θεατών όπου στο μεγάλο κυκλικό θέατρο
γίνονται ένα και δημιουργούν μια συναρπαστική μαγνητική δύναμη.
Η διοργάνωση των αγώνων, όπως είναι εύλογο, απαιτούσε πολύ μεγάλο κόπο και τεράστια
έξοδα. Η μουσική επένδυση ανατέθηκε στον καθηγητή της βυζαντινής μουσικής Ψάχο,
υιοθετήθηκε η μετάφραση του «Προμηθέα Δεσμώτη» από τον Γρυπάρη, για το χορό και τις
ενδυμασίες δούλεψε η Εύα Πάλμερ, ο ελληνικός στρατός συνέβαλε, ενώ το πρόγραμμα
εμπλουτίστηκε με αθλητικούς αγώνες και έκθεση χειροτεχνίας.
Στις πρώτες Δελφικές εορτές που πραγματοποιήθηκαν στις 9 και 10 Μαΐου του 1927, ο τύπος
επιφύλαξε θερμή υποδοχή. Ωστόσο το ζεύγος Σικελιανού αναγκάστηκε να προβεί σε πολύ
μεγάλα έξοδα. Παρατηρήθηκαν μεγάλες υπερβάσεις από τον αρχικό προϋπολογισμό, ενώ και
η βίλα που διατηρούσαν στη Συκιά Κορινθίας υποθηκεύτηκε για την κάλυψη των εξόδων.
Έχει μάλιστα υπολογιστεί ότι με τα χρήματα που επένδυσαν για τη διεξαγωγή των αγώνων θα
μπορούσαν να αγοράσουν μια έκταση όσο η Αττική! Σε αναγνώριση της προσπάθειάς τους το
1929 η Ακαδημία Αθηνών απένειμε 2 αργυρά μετάλλια «εις το φοιβόληπτον ζεύγος Αγγέλου και
Εύας Σικελιανού δια την γενναίαν προσπάθειαν προς ανασύστασιν των Δελφικών αγώνων».
5.
Οι επόμενες δελφικές εορτές έγιναν το 1930 και οι δυσχέρειες που αντιμετώπισαν ο
Άγγελος και η Εύα Σικελιανού ήταν σαφώς λιγότερες. Πολύτιμη στάθηκε και η αρωγή του
Αντώνη Μπενάκη, ο οποίος είχε συστήσει μια επιτροπή η οποία συνέβαλε κατά πολύ στις
προετοιμασίες. Στις Δελφικές εορτές του 1930 ανέβηκαν οι «Ικέτιδες» αλλά επαναλήφθηκε και
ο «Προμηθέας Δεσμώτης». Τρία χρόνια μετά τους αγώνες η Εύα Πάλμερ αναχώρησε για την
Αμερική, απ’ όπου δεν επέστρεψε παρά μόνο το 1952.
Σημαντική θέση στο ποιητικό έργο του Σικελιανού επέχει και η ποιητική σύνθεση με τον τίτλο
«Ο τελευταίος ορφικός διθύραμβος» ή «Ο διθύραμβος του ρόδου» που τυπώθηκε το 1932. Από το
ποιητικό του έργο θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στα ποιήματα «Στ’ Οσίου Λουκά το
μοναστήρι» (1935), «Ιερά Οδός» (1935) και στις τραγωδία «Σίβυλλα» (1940), «Ο Δαίδαλος στην
Κρήτη» (1942), «Ο Χριστός στη Ρώμη» (1946) και «Ο Χριστός λυόμενος» ή «Ο θάνατος του Διγενή»
(1947). Συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του πραγματοποίησε το 1946 με την έκδοση
του έργου «Λυρικός βίος».
Ο Άγγελος Σικελιανός έχει γράψει και μια σειρά από πεζά, τα οποία έχουν εκδοθεί σε
φιλολογική επιμέλεια του διαπρεπούς καθηγητή Γ. Π. Σαββίδη. Σε αυτά τα κείμενα
θαυμάζουμε τον επικαιρικό και διαχρονικό τους χαρακτήρα. Είναι γεγονός ότι πολλά από
αυτά τα κείμενα θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί και σήμερα. Ενδεικτικά παραθέτουμε
ένα απόσπασμα ενός κειμένου για την Κύπρο, το οποίο γράφτηκε το 1931 και έχει τον
τίτλο «Η κραυγή της Κύπρου». Να υπενθυμίσουμε ότι από το 1878 η Κύπρος είχε περάσει
σε βρετανική κατοχή. Ο Σικελιανός αναφέρεται σε αυτό το κείμενο στα γεγονότα που
συνέβησαν στις 21 Οκτωβρίου του 1931 στη Λευκωσία αλλά και σε άλλες πόλεις και χωριά
της Κύπρου λόγω της απογοήτευσης των κυπρίων από την αυταρχική βρετανική διοίκηση.
Ας παρατηρήσουμε το μακροπερίοδο λόγο, που χαρακτηρίζει το εν λόγω κείμενο. Προφανώς
αυτό το γεγονός εξηγείται αν αναλογιστούμε τη φορτισμένη συναισθηματική κατάσταση υπό
την οποία βρισκόταν ο Άγγελος Σικελιανός όταν έγραφε: «Αν οποιεσδήποτε αιτίες συντηρητικής
ή καιροσκοπικής πολιτικής δικαιολογούνε την ελληνική κυβέρνηση για την εφεκτική της στάση ως προς
το ζήτημα της επαναστάσεως της Κύπρου, ασφαλώς όμως τίποτε δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει,
οποιονδήποτε σκεπτόμενο Έλληνα που θα δίσταζε, την ώρα αυτή, να το αντικρίσει, όχι μόνο με το
φως ολόκληρης της σύγχρονής μας ιστορίας και σε αναλογία με την ένταση αυτού του φωτισμού, να το
προβάλλει τόσο στην ψυχή του ηθικά και εθνικά αλληλέγγυου λαού, όσο και στην ίδια την ψυχή του λαού
της Βρετανίας και σιμά σε τούτη, στην ψυχή ακέριου του πολιτισμένου κόσμου.
Γιατί βέβαια, την ώρα αυτήν, η πυρκαϊά της Κύπρου δεν φωτάει, με τη μικρή αλλά τόσο τολμηρή της
δάδα ένα πρόβλημα μονάχα ελληνικό, αλλά ένα πρόβλημα ηθικά και ιστορικά παγκόσμιο…το φοβερό
και μέγα πρόβλημα της αποικιακής ευρωπαϊκής πολιτικής και ιδιαίτερα το πρόβλημα της αποικιακής
βρετανικής πολιτικής. Κανείς την ώρα αυτή που μας κυκλώνει, δεν αγνοεί ότι αυτή η πολιτική, που
υπονομεύει επί αιώνες τώρα την ουσία και το νεύρο όλων των αληθινών και ιστορικά αυτόνομων
παλαιών ή και νεότερων εθνικοτήτων, είναι αυτή που με την ίδια της βαθιά υπουλότητα και βία έχει σιγά
– σιγά εξοπλίσει και εξοπλίζει ολοένα, απάνω από 200 εκατομμύρια Μουσουλμάνων, 400 εκατομμύρια
Βουδιστών, 500 και περισσότερα εκατομμύρια Κινέζων και Ταρτάρων. Αυτό που σήμερα μπορούμε εμείς
οι δυνατοί είναι ετούτο, να στείλουμε το μήνυμά μας ως τα πέρατα της γης και σ’ όλο τον πολιτισμένο
κόσμο: «Ατενίζουμε με σεβασμό την καθαρή ψυχή του λαού της Βρετανίας και σεβόμαστε ακόμα σε
ικανό σημείο τον ιδιαίτερο πολιτισμό της. Αλλά ο πολιτισμός της ανθρωπότητας δεν εγεννήθη ακέριος,
μόνο στο τραχιό νησί του δυτικού ωκεανού, που λέγεται Αλβιόνα. Ας υψωθεί λοιπόν ως τον εαυτό της και
ας κοιτάξει ολόγυρα της ποια εποχή ηθικής και ιστορικής αναδημιουργίας τη ζώνει. Κι αλαφροπατώντας,
σε μια υψηλή ιστορική ευκαιρία ας φωνάξει: Η Κύπρος είναι αλήθεια ελληνική».
Το 1940 ο Άγγελος Σικελιανός, αφού πρώτα το γνωστοποίησε στην Εύα Πάλμερ, παντρεύτηκε
την Άννα Καραμάνου, τη σύντροφό του για τα επόμενα χρόνια. Ο γάμος τους έγινε, κατόπιν
επιλογής του ίδιου του ποιητή, στην Ελευσίνα. Χαρακτηριστικά η Άννα Σικελιανού περιγράφει
στο έργο της «Η ζωή μου με τον Άγγελο» ως εξής, την ημέρα του γάμου τους: «φύγαμε για την
Ελευσίνα. Σε αυτό τον ιερό χώρο αποφάσισε να γίνει και το δικό μας μυστήριο, σ’ ένα Εκκλησάκι, μια
Παναγίτσα. Στο δρόμο, στην Ιερά οδό, που ήτανε κατάφορτη από ροδοδάφνες ανθισμένες, εκείνη την
εποχή, ο Άγγελος μουρμούρισε μια φράση από τον Αισχύλο, δεν θυμάμαι ακριβώς τα λόγια, μα είπε
κάτι σαν “δρόμος σπλαχνικός” και πίστεψα τότε πως οδοιπορούσαμε κι εμείς μαζί με τους αρχαίους
προσκυνητές αμίλητοι και συγκινημένοι στη σκέψη των Μυστηρίων!».
6.
Η κήρυξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου τον Οκτώβριο του 1940, βρίσκει το ζεύγος Άγγελου–
Άννας Σικελιανού στην Αθήνα. Η πρώτη αντίδραση του Σικελιανού ήταν η επιθυμία του να
διαβάσει την τραγωδία του «Σίβυλλα». Ας δώσουμε και πάλι το λόγο στην Άννα Σικελιανού
προκειμένου να έχουμε μια πρώτη όσο και γλαφυρή περιγραφή εκείνων των ιστορικών
στιγμών: «Ανοίξαμε το παράθυρο στις 28 Οκτωβρίου κι ακούσαμε τα βούκινα του πολέμου.
Ξεχυθήκαμε στο δρόμο πρωί – πρωί, φιλιόμαστε σταυρωτά με όσους απαντηθήκαμε και λέγαμε “η ώρα η
καλή” και “καλή Ανάσταση”. Ώρα ιερή, όλοι θυμούνται την ατμόσφαιρα του 1912. Γενική επιστράτευση
κι ο κόσμος όλος με τραγούδια και λουλούδια στα όπλα! Ο Άγγελος αμέσως έπειτα, τρέχει στο Γραφείο
τύπου να πάρει άδεια για να διαβάσει τη «Σίβυλλα», που την έγραψε περιμένοντας την αναμέτρηση της
μικρής ελληνικής γης με τον όγκο της Ρώμης. Το Υπουργείο Τύπου αρνήθηκε την άδεια και τότε ο φίλος
Παντελής Πρεβελάκης, που είχε τη Διεύθυνση Καλών Τεχνών στο Υπουργείο Παιδείας, του παραχώρησε
την αίθουσα της Στέγης Γραμμάτων, όπου τη διάβασε όλη μόνος του στις 2 Νοεμβρίου».
Λίγες μέρες αργότερα και πιο συγκεκριμένα στις 5 Νοεμβρίου του 1940 γράφει το ποίημα του
«Εικοσιοκτώ του Οχτώβρη του 1940» Το ποίημα διαπνέεται από τον ενθουσιασμό του ποιητή,
την προσδοκία θα λέγαμε για τις επερχόμενες εξελίξεις. Ο Σικελιανός αντιπαραβάλλει το
Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα, και ίσως να μην έχει άδικο, με την επικείμενη αντίσταση κατά του
ξένου κατακτητή. Το ποίημα έχει ως εξής:
Ελέγαμε: έναν Μαραθώνα ακόμα! Ελέγαμε:
μια Σαλαμίνα ακόμα! Ελέγαμε: ακόμα
ένα Εικοσιένα! Και ήρτες τέλος Συ,
Μητέρα – Μέρα, όπου αγκάλιασες και
ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα
στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους
ηθικόν ιστορικό Ρυθμό!
Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων
Ω κοσμοϊστορική Ελευθερία, τόσο βαθιά λαχταρισμένη!
Σε κατέχουμε! Σε νιώθουμε! Σε θέλουμε!
Και θα Σε κρατήσουμε όλοι, στο τεράστιο ύψος
που μας φανερώθηκες απ’ τα χαράματα των Εικοσικοκτώ
του Οκτώβρη του 1940, κι ώστε τη συντέλεια των αιώνων,
είτε ζήσουμε, είτε αύριο που θα φέγγεις πάνω απ’ όλο
τον πλανήτη το γιγάντιο φως Σου, θα βρισκόμαστε
στα σπλάχνα Σου, ω Μητέρα, αθάνατοι νεκροί.
Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής και αμέσως μετά την απελευθέρωση, ο θάνατος δύο
κορυφαίων, για τον τομέα τους, πνευματικών ανθρώπων, συγκλονίζει τον Σικελιανό. Ο
πρώτος είναι ο Κωστής Παλαμάς, την απώλεια του οποίου ο Σικελιανός τη συνοδεύει με το
πασίγνωστο ποίημα του «Παλαμάς», το οποίο απαγγέλλει στην κηδεία του:
Ηχήστε, οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα…
Βογκήστε, τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Σε αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό
ποιόν κλει, τι και αν το πει η δικιά μου γλώσσα;
Ηχήστε οι σάλπιγγες … Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα …
Βόγκα Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές,
στης λευτεριάς ξεδιπλωθείτε τον αέρα !
Η απώλεια της κορυφαίας ηθοποιού Ελένης Παπαδάκη (κατά τα Δεκεμβριανά, το 1944)
συγκλόνισε το Σικελιανό, άλλωστε και ο ίδιος, όπως προαναφέραμε, είχε περάσει από το
θεατρικό σανίδι. Στη μνήμη της συνέθεσε ένα επίγραμμα, στο οποίο εκφράζει τη βαθιά του
7.
5
10
5
10
λύπη για την απροσδόκητη απώλεια. Τίτλος του, το όνομα της μεγάλης ηθοποιού.
Μνήσθητι , Κύριε: Γα την ώρα που η λεπίδα του φονιά
Άστραψε, κι όλος ο Θεός της τραγωδίας εφάνη
Μνήσθητι, Κύριε: Για την ώρα που άξαφνα κ’ οι εννιά
Αδερφές έσκυψαν να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.
Την επομένη της απελευθέρωσης ο Σικελιανός γράφει το παρακάτω κείμενο, το οποίο
μπορούμε βάσιμα να ισχυριστούμε ότι αποτελεί τη συνέχεια και τη δικαίωση του ποιήματος
του «Εικοσιοκτώ του Οχτώβρη». Ενδεικτικά δίνουμε το παρακάτω απόσπασμα του κειμένου του
με τον τίτλο «Το μεγάλο μήνυμα»:
«Αδελφοί μου, ξέρετέ το. Η μέρα αυτή για την Ελλάδα κλείνει μέσα της το Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα
και το ’21 και την Αλβανία και το μαρτύριο όλων μας των πρόσφατων νεκρών για την κατάκτηση της
τέλειας, της ολοκληρωτικής μας Εθνικής μαζί και Πανανθρώπινης Ελευθερίας! Ο Μηδικός σατραπισμός,
ο πρώτος Ρωμαϊκός Καισαρισμός, ο επιγονικός του ηλίθιος Φασισμός και Ιμπεριαλισμός, την ώρα
ετούτη είναι πια πτώματα μπροστά στα πόδια της Αιώνιας Ελλάδας ως της Μάνας των Μανάδων του
υπέρτατου οικουμενικού συγχρόνως και εθνικού μας ολοκληρωμένου Ηρωισμού και Ανθρωπισμού.
Αδελφοί μου η μέρα τούτη είναι η μέρα της υπογραφής του νέου μας, του ολοκληρωτικού συμβολαίου με
την Ιστορία. Ας το υπογράψουμε την ίδια ετούτη ώρα, αδίσταχτα και υπεύθυνα όλοι. Ο κόσμος όλος όπου
θαύμασε ανεπιφύλακτα τον ηρωισμό μας στην ανώτερη μορφή των επικών εξορμήσεων του, είναι ανάγκη
και είναι χρέος μας απόλυτο να μας θαυμάσει σύντομα και για τη λαϊκή και για την ηθική και για την
ύψιστη πνευματική οργάνωση όλων ανεξαιρέτως των δυνάμεών μας.»
Κορυφαία θέση στην ποιητική δημιουργία του Σικελιανού έχει ασφαλώς και το ποίημα
«Πνευματικό εμβατήριο», γραμμένο το 1945. Το ποίημα αυτό αποτελεί τη λυρική έκφραση
της αγωνίας του Σικελιανού για το μέλλον της χώρας του, καθώς αυτή εξέρχεται από το Β΄
Παγκόσμιο πόλεμο με σημαντικές απώλειες, αλλά όπως είδαμε και προηγουμένως έχοντας
προσθέσει μια ακόμα λαμπρή σελίδα στην ιστορία της.
Ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα
ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!
Τι, ιδέτε εκόλλησε η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
Κι α, ιδέτε, χώθηκε τα αξόνι του βαθιά στο αίμα!
Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος
Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
Συνοπτικά όταν εγκύπτουμε στο έργο του Σικελιανού, αυθόρμητα μας έρχεται στο νου η
δική του φράση, σύμφωνα με την οποία: «Όταν γράφω, όλο μου το είναι φιλοτιμείται σα να
πρόκειται περί ζωής ή θανάτου». Ο Άγγελος Σικελιανός με το έργο του αποτέλεσε ένα κορυφαίο
έλληνα λογοτέχνη και έναν πνευματικό δημιουργό, ο οποίος με την ιδέα των Δελφικών
εορτών επιδίωξε να ενώσει πνευματικά όλους τους ανθρώπους. Το λυρικό του έργο, όπως
αποτυπώνεται στον «Αλαφροΐσκιωτο» και στο «Πνευματικό εμβατήριο» αποτελεί πραγματικά
έναν πολιτιστικό και πνευματικό ορόσημο για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Άννα Σικελιανού, Η ζωή μου με τον Άγγελο, Βιβλιοπωλείο της Εστίας - Παντελής Πρεβελάκης,
Άγγελος Σικελιανός, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας - Ρίτσα Φράγκου Κικιλία, Άγγελος
Σικελιανός. Βαθμίδες μύησης, Πατάκης - Ρίτσα Φράγκου Κικιλία, Πέντε μελετήματα για τον
Άγγελο Σικελιανό, Φιλιππότης - Λυρικός βίος–Άπαντα Σικελιανού, Τόμοι Α έως ΣΤ΄ (επιμέλεια
Γ. Π. Σαββίδης) Ίκαρος -Πεζός Λόγος–Άπαντα Σικελιανού, Τόμοι Α΄ έως Ε΄(επιμέλεια Γ. Π.
Σαββίδης) Ίκαρος - Εύα Πάλμερ-Σικελιανού, Ιερός Πανικός, Εξάντας - Λίνος Πολίτης, Ιστορία
της ελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας - Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία
της ελληνικής λογοτεχνίας, Γνώση - Mario Vitti, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, Οδυσσέας -
Άγγελος Σικελιανός, Γράμματα στην Άννα - «Σικελιανός» αφιέρωμα της Λευκαδικής Ένωσης
στον ποιητή - Περιοδικό Διαβάζω αφιέρωμα στον Άγγελο Σικελιανό, τεύχος 424, Δεκέμβριος
8.

2001, Περιοδικό Νέα Εστία αφιέρωμα στον Άγγελο Σικελιανό, Δεκέμβριος 1952.

21.12.14

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ...ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!



Σουηδία: Την αυγή της 13ης Δεκεμβρίου η “Λουτσία” -σύμβολο του φωτός- συνήθως το μεγαλύτερο κορίτσι του σπιτιού, φορώντας ένα μακρύ λευκό χιτώνα και ένα στεφάνι από αναμένα κεριά στα μαλλιά, πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι, προσφέροντας ζεστό καφέ και κουλουράκια, ενώ τραγουδά παλιά κάλαντα με τον σκοπό του λαϊκού ναπολιτάνικου τραγουδιού “Σάντα Λουτσία”. Οι θρύλοι της Λουτσίας γεννήθηκαν στις Συρακούσες της Σικελίας περίπου κατά το έτος 300 μ.Χ. Σε μερικές επαρχίες της Σουηδίας οι κάτοικοι των χωριών συνηθίζουν ανήμερα τα Χριστούγεννα να ρίχνουν έξω από τα σπίτια και τα χωράφια τους σιτάρι, για να γιορτάσουν μαζί τους και τα πουλιά.

Στην Ουκρανία ο Παγωμένος Πατέρας φθάνει με το έλκηθρο το οποίο σέρνουν μόνο τρείς τάρανδοι ενώ τον συνοδεύει και ένα κοριτσάκι, το Κορίτσι-Νιφάδα που φορά ένα λαμπερό μπλε κοστούμι με λευκή γούνα και ένα στέμμα που έχει το σχήμα μιας νιφάδας χιονιού.

Γιουγκοσλαβία: Οι Γιουγκοσλάβες νοικοκυρές έχουν ένα ευγενικό αλλά βρώμικο έθιμο: Ραντίζουν τα τραπεζομάντηλά τους με κρασί για να μη ντραπούν οι φιλοξενούμενοί τους αν λερώσουν κάποιο.

Ισπανία: Στη Βαρκελώνη τον Μεσαίωνα είχαν ένα ωραίο χριστουγεννιάτικο έθιμο: την τελετή του παγωνιού. Τη μέρα των Χριστουγέννων ο βασιλιάς έπαιρνε μέσα σε μια χρυσή πιατέλα ένα ψητό παγώνι, που θεωρείται ένα από τα πιο σπάνια φαγητά, και το μετέφερε στην τραπεζαρία. Τον ακολουθούσε σ’αυτήν την πομπή ένα πλήθος από ευγενείς, υπηρέτες και σωματοφύλακες. Στην τραπεζαρία μέσα βρισκόταν η βασίλισσα. Ο βασιλιάς της πρόσφερε το παγώνι για να το μοιράσει σε όλους τους παρευρισκόμενους. Όσοι δέχονταν την εξαιρετική αυτή τιμή, ήταν υποχρεωμένοι να ορκιστούν μπροστά στην ομήγυρη ότι θα προσπαθήσουν ν’ ανδραγαθήσουν στον πόλεμο ή στις ταυρομαχίες.
Ιταλία: Στη Βενετία, πάλι τον Μεσαίωνα, ο Δόγης κι ο λαός πήγαιναν την νύχτα των Χριστουγέννων στο γειτονικό νησάκι του Αγίου Γεωργίου να προσκυνήσουν το λείψανο του Αγίου Στεφάνου. Στην παραλία του νησιού περίμεναν βενετσιάνικες αρχόντισσες ντυμένες στα μαύρα και στολισμένες με κοσμήματα, για να υποδεχτούν τον Δόγη και να τον συνοδέψουν μέχρι το ναό. Μετά το τέλος της λειτουργίας όλη η λαμπρή συνοδεία έμπαινε στις γόνδολες και διασχίζοντας τα νερά ξαναγύριζαν στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, όπου άρχιζε μεγάλο γλέντι, που συνεχιζόταν μέχρι το πρωί.


Στην Ιρλανδία, τα παιδιά μάλλον δεν αρκούνται στα λίγα δώρα αφού κρεμούν στο τζάκι χριστουγεννιάτικες τσάντες αντί για κάλτσες. Η πρωτοτυπία όμως των Ιρλανδών βασίζεται στην αγάπη τους για το εθνικό τους ποτό, τη μπύρα Guinness: αφήνουν λοιπόν έξω από την πόρτα του σπιτιού τους μια Guinness και μια κρεατόπιτα για να τσιμπήσει κάτι ο κουρασμένος Άη Βασίλης.

Στη Φινλανδία, μετά τη Χριστουγεννιάτικη λειτουργία, ο κόσμος επισκέπτεται τους νεκρούς του στο νεκροταφείο κρατώντας αναμμένα κεριά. Πριν την επίσκεψη του

Άη Βασίλη δεν παραλείπουν βέβαια να κάνουν και μια σάουνα.


Αγγλία: Σε μερικές βρεττανικές περιοχές το έθιμο του γλεντιού σε κήπους με μηλιές την παραμονή των Χριστουγέννων είναι μια παραλλαγή μιας ειδωλολατρικής τελετής. Αφού σκοτεινιάσει, οι αγρότες πηγαίνουν στα περιβόλια, σχηματίζουν παρέες γύρω από τα παλαιότερα δέντρα και πίνοντας μπύρα τραγουδούν τα κάλαντα. Πυροβολούν στα κλαριά για να διώξουν τα κακά πνεύματα και πριν από χρόνια άφηναν τριγύρω γλυκίσματα για να καλοπιάσουν τα πνεύματα και να εξασφαλίσουν καλή σοδειά. 

Στη Νορβηγία, αφήνουν μια γαβάθα χυλό, το λεγόμενο “nisse” στη σιταποθήκη για να φάει ο καλλικάντζαρος που προστατεύει το κτήμα τους, ενώ αφού στολίσουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο πιάνονται όλοι χέρι-χέρι γύρω από αυτό και τραγουδούν τρία χριστουγεννιάτικα τραγούδια.
Στην Κένυα, λόγω του κλίματος τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά: το χριστουγεννιάτικο γεύμα θυμίζει καλοκαιρινή ημέρα χαλάρωσης αφού αντί να φάνε γαλοπούλα κάνουν μπαρμπεκιου στον κήπο. Μάλιστα, εκεί στολίζουν τις εκκλησίες με μπαλόνια, λουλούδια και κορδέλες.


Στη Μ.Βρετανία, τα παιδιά δεν ταχυδρομούν το γράμμα τους στον Father Christmas. Το ρίχνουν στη φωτιά στο τζάκι ώστε να ανέβει από την καμινάδα για να ταξιδέψει ως το Βόρειο Πόλο. Αν το γράμμα καεί αμέσως πρέπει να το ξαναγράψουν.


Στην Ιταλία δεν υπάρχει Άη Βασίλης αλλά η Strega Buffana η οποία πετά πάνω από την Ιταλία με μια σκούπα και μοιράζει δώρα στα καλά παιδιά και κάρβουνο στα άτακτα παιδιά. Μια άλλη ιταλική παράδοση είναι να δίνουν ένα σακουλακι ξερές φακές στους φίλους τους για να φτιάξουν σούπα. Το φαγητό αυτό τους θυμίζει τις δύσκολες και φτωχές εποχές και την τρώνε για να έχουν τύχη το Νέο Έτος.

Στη Νέα Ζηλανδία, τα Χριστούγεννα έρχονται στη μέση του καλοκαιριού. Παραδοσιακά, οι οικογένειες γιορτάζουν τα Χριστούγεννα στην παραλία.


Και στην Αυστραλία, μετά το χριστουγεννιάτικο γεύμα, όλοι πηγαίνουν μια βόλτα στην παραλία ή πάνε για ένα παιχνίδι κρίκετ. Το αστείο είναι πως το έλκηθρο του Άη Βασίλη δεν το σέρνουν τάρανδοι αλλά οχτώ καγκουρώ.

Στη Χαβάη, ο Άη Βασίλης δεν χρησιμοποιεί έλκηθρο αλλά ένα κανώ. Οι Χαβανέζοι, αφού φάνε χοιρινό,  σούπα νουντλ και σολωμό, γλεντούν με κιθάρες και γιουκαλίλι τραγουδώντας τις χριστουγεννιάτικες μελωδίες με χαβανέζικο ρυθμό. Στη συνέχεια, τα παιδιά πηγαίνουν στην παραλία για να δοκιμάσουν το Wind-surf που πήραν για δώρο.

Στην Ιαπωνία, τα Χριστούγεννα δεν αποτελούν επίσημη γιορτή αφού μόνο το 1% του πληθυσμού της είναι Χριστιανοί. Ωστόσο, οι Ιάπωνες έμαθαν τα Χριστούγεννα από τους δυτικούς και πλέον τρώνε και εκείνοι γαλοπούλα και στολίζουν χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τα δώρα όμως τους τα φέρνει ο Hoteiosho, μια θεότητα του ιαπωνικού πάνθεον. Πώς ξέρει ποια παιδιά ήταν καλά και ποια όχι; Έχει μάτια και στο πίσω μέρος του κεφαλιού και τα βλέπει όλα.

Ρωσία: Είχαν τη συνήθεια, τη νύχτα των Χριστουγέννων, να ντύνουν στ’ άσπρα μια κοπέλλα του σπιτιού και να τη βάζουν να παριστάνει την Παναγία.

Σικελία: Οι χωρικοί βγάζουν τα μεσάνυχτα των Χριστουγέννων νερό από τα πηγάδια και ραντίζουν τα ζώα τους, γιατί πιστεύουν ότι το νερό αυτό είναι αγιασμένο, επειδή την ίδια ώρα γεννιέται και ο Σωτήρας του κόσμου.


Σαρδηνία: Στη Σαρδηνία πιστεύουν ότι όποιος γεννηθεί τη νύχτα των Χριστουγέννων και μάλιστα τα μεσάνυχτα, φέρνει την ευλογία του Θεού όχι μόνο στους δικούς του αλλά και στους γείτονες των εφτά σπιτιών που βρίσκονται πιο κοντά στο δικό του.




19.12.14

ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ...



ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΙΟ 

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ...


ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΚΑΠΟΤΕ ΕΘΑΨΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ...


ΚΙ ΕΣΥ ΚΑΤΑΦΕΡΕΣ ΝΑ ΤΗΣ ΔΩΣΕΙΣ ΦΩΣ 

ΑΠ'ΤΗΝ ΛΑΜΨΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΣΟΥ ΨΥΧΗΣ...


Σ'ΑΓΑΠΩ!

17.12.14

Το ραγισμένο δοχείο...μια όμορφη ιστορία!



Μια γριά κινέζα κουβαλούσε νερό με δύο μεγάλα δοχεία, κρεμασμένα από τους ώμους της.

Το ένα δοχείο ήταν άψογο και μετέφερε πάντα όλη την ποσότητα νερού που έπαιρνε. Το άλλο είχε μια ρωγμή και στο τέλος της μακράς διαδρομής έφθανε στο σπίτι μισοάδειο. Έτσι για δύο ολόκληρα χρόνια η γριά κουβαλούσε καθημερινά μόνο ενάμισι δοχείο νερό στο σπίτι της.
Φυσικά το τέλειο δοχείο ένοιωθε υπερήφανο που εκπλήρωνε απόλυτα και τέλεια το σκοπό για τον οποίο είχε κατασκευαστεί. Το ραγισμένο δοχείο ήταν δυστυχισμένο που μόλις και μετά βίας μετέφερε το μισό απ' αυτό που έπρεπε κι ένοιωθε ντροπή για την ατέλειά του.
Ύστερα από δύο χρόνια δεν άντεχε πια αυτή την κατάσταση και αποφάσισε να μιλήσει στη γριά. -Ντρέπομαι για τον εαυτό μου και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη!
-Μα γιατί; ρώτησε η γριά.
-Ε, να! Δύο χρόνια τώρα μεταφέρω μόνο το μισό νερό λόγω της ρωγμής μου κι εξαιτίας μου κοπιάζεις άδικα και εσύ!
Η γριά χαμογέλασε και είπε: Παρατήρησες ότι στο μονοπάτι υπάρχουν λουλούδια μόνο στη δική σου πλευρά και όχι στη μεριά του άλλου δοχείου; Πρόσεξα την ατέλειά σου και την εκμεταλλεύτηκα. Φύτεψα σπόρους στην πλευρά σου και εσύ τους πότιζες. Δύο χρόνια τώρα μαζεύω τα άνθη και στολίζω το τραπέζι μου. Αν δεν ήσουν εσύ, αυτή η ομορφιά δε θα λάμπρυνε το σπίτι μου!

Όμως δεν ήταν η ατέλειά του δοχείου που το έκανε ξεχωριστό, ήταν η ιδιαίτερη ικανότητα της γριάς να διακρίνει και να χρησιμοποιήσει την αδυναμία του.
Οι περισσότεροι άνθρωποι, αν όχι όλοι έχουμε ελαττώματα και αδυναμίες και πολλοί από εμάς στεναχωριόμαστε, νευριάζουμε με τον εαυτό μας, ξεσπάμε και μένουμε εκεί σκεπτόμενοι στο ελάττωμά μας, χωρίς να κάνουμε κάτι γι αυτό.
 Καλό θα είναι να κάνουμε την υπέρβαση και να δούμε πως μπορούμε να δημιουργήσουμε κάτι θετικό από αυτήν την αδυναμία μας. Αν μπορέσουμε να δούμε την θετική πλευρά της ατέλειας μας, θα μπορέσουμε να την μετατρέψουμε και θα νιώσουμε ευτυχισμένοι.

Αν βέβαια εμείς δεν μπορούμε να δούμε το ελάττωμα μας και έχουμε όμως κάποιον που μας αγαπά και μας νοιάζεται δίπλα μας και μπορέσει να διακρίνει το ελάττωμά μας, όπως έκανε η γριά με την στάμνα τότε θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε ότι αξίζουμε πολλά παραπάνω από όσα εμείς θέτουμε για τον εαυτό μας και ότι ένα ελάττωμα δεν μας κάνει λιγότερο ικανούς από εκείνους που φαίνεται ότι μπορούν να κάνουν κάτι παραπάνω από εμάς και φαίνονται ότι είναι ''τέλειοι''.